Τρίτη 23 Ιανουαρίου 2018

Γάστρα

Η Γάστρα

Η γάστρα ήταν απαραίτητο σκεύος της υπαίθριας ζωής. Πολύ λίγες οικογένειες διέθεταν μόνιμους φούρνους. Για να ψήσουν ψωμί ή φαγητό του φούρνου, έπρεπε να βρουν άλλο τρόπο. Η λύση ήταν ένας φορητός και γρήγορος φούρνος. Αυτό ήταν η γάστρα. Η γάστρα αποτελείται από μια ημισφαιρική χονδρή λαμαρίνα που στο πάνω μέρος είχε μια λαβή για να μπορούν να τη σηκώνουν με το ξυθάλι. Χαμηλότερα από τη λαβή είχε ένα μεταλλικό στεφάνι για να κρατάει τις ζεστές στάχτες και τα αναμμένα κάρβουνα. Στη γωνιά η οποία αποτελείται από σίμαλες πλάκες για να κρατούν την θέρμανση άναβαν δυνατή φωτιά από λεπτά ξύλα για να κάνουν γρήγορη και δυνατή φλόγα και να δημιουργούν κάρβουνα πολύ γρήγορα. Πάνω σε αυτήν τη φοβερή φωτιά τοποθετούσαν τη γάστρα, η οποία γινόταν κατακόκκινη από τη δυνατή φλόγα. Όταν η φωτιά κατέπαυε οι νοικοκυρές καθάριζαν τη γωνιά έβαζαν το στρογγυλό ταψί με το ψωμί ή το φαγητό, μετά τη γάστρα και ύστερα τα κάρβουνα με τις ζεστές στάχτες πάνω και γύρω στη γάστρα και σφράγιζε το φορητό φούρνο. Σε δύο ή τρεις ώρες το φαγητό ή το ψωμί ήταν έτοιμο. Η γάστρα ήταν ένας πρωτόγονος φορητός φούρνος. Μπορούσες να την μεταφέρεις παντού. Η γάστρα μαζί με την πυροστασία, το ξυθάλι, ένα κακάβι, με το καπάκι για πιάτο ήταν τα βασικά σκεύη της υπαίθριας κουζίνας. Περιττό να πούμε ότι το φαγητό είχε υπέροχη γεύση γιατί η γάστρα σφράγιζε καλά και κρατούσε μέσα τα υγρά και έψηνε πολύ σιγά. Άλλα σκεύη της χωριάτικης μαγειρικής ήταν το τηγάνι, το ταψί (στρογγυλό), η χουλιάρα (κουτάλα), ο τέντζερης, ο μαστραπάς και άλλα.



ΓΑΣΤΡΑ

ΚΑΚΑΒΙ
ΧΑΛΚΙΝΟ ΤΑΨΙ
ΞΥΘΑΛΙ

ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΠΥΡΟΣΤΙΕΣ

ΞΥΛΙΝΗ ΚΟΥΤΑΛΑ


ΧΑΛΚΙΝΗ ΚΑΤΣΑΡΟΛΑ (ΤΕΝΤΖΕΡΗΣ ΜΕ ΤΟ ΚΑΠΑΚΙ)

*ΒΛΕΠΕΤΕ ΕΝΑ ΜΕΡΟΣ ΤΩΝ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΩΝ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΥΤΗ ΛΟΓΩ ΧΩΡΗΤΙΚΟΤΗΤΑΣ.

Φούρνος Παραδοσιακός (Εξωτερικός)

Ο Παραδοσιακός Φούρνος (Εξωτερικός)

Ο φούρνος που είχε παλιά κάθε σπίτι έψηνε το νοστιμότατο χωριάτικο ψωμί, τις πίτες, τα φαγητά και άλλα. Ο πλάστης, το πλαστήρι, η πινακωτή, η μεγάλη ξύλινη λεκάνη ή σκαφίδι ήταν αυτά που χρειαζότανε η νοικοκυρά, η οποία ζύμωνε το ψωμί της οικογένειας για ολόκληρη εβδομάδα. Από το βράδυ της προηγούμενης ημέρας έπιανε το προζύμι. Ένα κομμάτι ζυμάρι που είχε φυλαγμένο στην παγωνιέρα από το ψωμί της προηγούμενης εβδομάδας, το δούλευε με νερό και αλεύρι, έτσι που να γίνει πηκτός χυλός και τον άφηνε κουκουλωμένο με μάλλινη κουβέρτα όλη τη νύχτα. Με αυτή τη μαγιά, πολύ πρωί την άλλη μέρα ζύμωνε το ψωμί, το κουκούλωνε, και πάλι με την κουβέρτα και το άφηνε να ανεβεί.  Ύστερα κράταγε πάλι ένα κομμάτι ζυμάρι (προζύμι) για να κάνει το ψωμί της επόμενης εβδομάδας. Με το υπόλοιπο έπλαθε 4-5 μεγάλα καρβέλια (όσα και οι θέσεις της πινακωτής) που ήταν στρωμένη με βαμβακερές πετσέτες καλά αλευρωμένες. Δίπλωνε τις πετσέτες πάνω από τα ψωμιά και σκέπαζε την πινακωτή με την κουβέρτα, για να μην κρυώνει η ζύμη και για να φουσκώνει γρήγορα. Όταν φούσκωνε το ψωμί, έβαζε την πινακωτή στον ώμο και το πήγαινε στο φούρνο. Στην είσοδο της αυλής του κάθε σπιτιού δέσποζε η παρουσία του φούρνου. Σπίτι χωρίς φούρνο δεν υπήρχε κι αυτό γιατί ψωμί έτοιμο δεν πουλιόταν τότε. Αν κάποια οικογένεια τύχαινε να μην έχει, τότε ζύμωνε λίγα ψωμιά και τα φούρνιζε στη γειτόνισσα. Αρτοποιός της οικογένειας ήταν η ίδια η μάνα. Οι νοικοκυρές συνήθως χρησιμοποιούσαν μεγάλη σκάφη, γιατί ζύμωναν πολλά καρβέλια. Με αυτά θα πέρναγαν πολλές μέρες, γιατί το ζύμωμα και το άναμμα του φούρνου ήταν μια πολύ κουραστική δουλειά. Μόλις τελείωνε το ζύμωμα, έπλαθε τα ψωμιά, τα έβαζε πάνω σε τάβλες ή στις πινακωτές και τα σκέπαζε για να γίνουν με τη ζεστασιά, οπότε και θα ήταν έτοιμα για το φούρνισμα. Μετά άναβε το φούρνο. Έριχνε στη συνέχεια κλαριά για να κάψει καλά. Οπότε και θα ήταν έτοιμος για το ψήσιμο. Τα κλαριά τα έσπρωχνε με το φουρνόξυλο και τα άπλωνε σε όλα τα μέρη του φούρνου για να είναι ομοιόμορφο το κάψιμο. Όταν ο φούρνος ήταν έτοιμος τότε τραβούσε προς τα έξω πάλι με το φουρνόξυλο όλα τα κάρβουνα και τα μάζευε προς το εξωτερικό της πόρτας του φούρνου. Μετά με ένα κοντάρι πάνω στο οποίο είχε δεμένο ένα βρεγμένο πανί σκούπιζε καλά το δάπεδο του φούρνου, για να είναι καθαρό. Τότε ερχόταν η σειρά του μεγάλου ξύλινου φτυαριού. Έβαζε πάνω στο φτυάρι το κάθε καρβέλι, το χάραζε με ένα μαχαίρι και το φούρνιζε. Τέλος οι νοικοκυρές έψηναν στο φούρνο το καταπληκτικό χωριάτικο ψωμί και τις ωραίες παραδοσιακές πίτες.




ΞΥΛΙΝΟ ΣΚΑΦΙΔΙ (ΑΠΟ ΚΟΡΜΟ ΔΕΝΤΡΟΥ)

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΣ ΦΟΥΡΝΟΣ
ΠΛΑΣΤΗΣ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΗΡΙ
ΠΙΝΑΚΩΤΗ (ΓΙΑ 8 ΚΑΡΒΕΛΙΑ ΨΩΜΙ)
ΦΟΥΡΝΟΞΥΛΟ
ΠΙΝΑΚΩΤΗ ΓΙΑ 1 ΜΕΓΑΛΟ ΚΑΡΒΕΛΙ ΨΩΜΙ

ΚΟΣΚΙΝΟ

* ΒΛΕΠΕΤΕ ΕΝΑ ΜΕΡΟΣ ΤΩΝ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΩΝ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΛΟΓΩ ΧΩΡΗΤΙΚΟΤΗΤΑΣ.

Μυλόπετρες - Χειρόμυλος - Χειρόμπλα

Μυλόπετρες - Χειρόμυλος - Χειρόμπλα

Ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο, γι'αυτό απαραίτητο για κάθε νοικοκυρά, εκείνη την εποχή. Αποτελούνταν από 2 ολοστρόγγυλες πέτρες που η κάθε μια είχε το μέγεθος ενός μεγάλου ταψιού. Η κάτω πέτρα με επίπεδη κι αυτή επιφάνεια είχε διπλάσιο πάχος για να μην κουνιέται αλλά να μείνει σταθερή, όταν θα δούλευε ο χειρόμυλος. Στη μέση της κάτω πέτρας ήταν μπηγμένο ένα ξύλο ή σίδερο ύψους 10-15 εκατοστών περίπου και πάνω σε αυτό στηριζόταν η πάνω πέτρα που είχε κι αυτή τρύπα στη μέση. Η επάνω πέτρα είχε σε μια άκρη μπηγμένο, ένα ξύλινο χερούλι κι αυτό έπιανε η νοικοκυρά και γύριζε το χερόμυλο, για να κόψει το προϊόν που ήθελε. Από την τρύπα που είχε η επάνω πέτρα έριχνε σιγά-σιγά και τμηματικά λίγη-λίγη την ποσότητα που ήθελε να αλέσει. Με το γύρισμα της πέτρας, το προϊόν που κοβόταν, έπεφτε έξω, πάνω σε κάποιο πανί που είχαν στρώσει. Στο χερόμυλο κόβανε κατά κύριο λόγο στάρι, για να κάνουνε το μπλουγούρι, τον τραχανά και άλλα. Το μπλουγούρι ήταν συνηθισμένο και σημαντικό φαγητό για τις οικογένειες εκείνη την εποχή. Επίσης και ο τραχανάς που αποτελούσε και αποτελεί από τα καλύτερα φαγητά. Τέλος με το χερόμυλο κόβανε και το χοντρό αλάτι, που το αγοράζανε από τα παραρτήματα του κρατικού μονοπωλίου.


ΜΥΛΟΠΕΤΡΕΣ Ή ΧΕΡΟΜΥΛΟΣ Ή ΧΕΙΡΟΜΠΛΑ

Γεωργία

Η Γεωργία

Το όργωμα στα παλιά χρόνια γινόταν στην αρχή μόνο με τα βόδια. Κάθε γεωργός για να θεωρείται νοικοκύρης έπρεπε να έχει ένα ζευγάρι βόδια. Όλοι ήταν φτωχοί και είχαν μόνο ένα βόδι, έπρεπε να βρουν έναν σύντροφο. Έτσι έκαναν σύμπραξη με κάποιον άλλον, συνήθως συγγενή τους, που είχε και εκείνος ένα βόδι και έκαναν το ζευγάρι. Όταν ερχόταν ο καιρός του οργώματος, οι γεωργοί πήγαιναν με τα βόδια στο χωράφι. Τα εργαλεία για το όργωμα τα φόρτωναν στο γαϊδούρι. Στο χωράφι έζευαν τα βόδια. Το ζέψιμο των βοδιών ήταν μια ολόκληρη διαδικασία. Έβαζαν πρώτα τα ζώα δίπλα δίπλα και τα έδεναν μεσ'το ζευγά (ζυγό) με τις ζεύλες. Ύστερα περνούσαν το αλέτρι με το υνί. Σχεδίαζαν τους όργους. Έπαιρναν την αξιάλι στο ένα χέρι και με το άλλο κρατούσαν το αλέτρι. Όταν όλα ήταν έτοιμα ξεκινούσαν το όργωμα. Η μέρα θα ήταν κοπιαστική. Όταν τελείωνε το όργωμα άρχιζε η σπορά. Η γεωργός έσπερνε με τα χέρια. Έβαζε το σπόρο σε έναν ειδικό τρουβά. Ακολουθούσε μια αυλακιά και με το χέρι σκορπούσε το σπόρο. Στη συνέχεια χρησιμοποιούσε πάλι το ζευγάρι (βόδια) για να περάσει με τη σβάρνα όλο το χωράφι για να σκεπάσει το σπόρο. Αργότερα οι γεωργοί οργώνουν τα χωράφια τους με σιδερένιο αλέτρι (γερμανός) και χρησιμοποιούσαν αντί για βόδια, άλογα ή μουλάρια. Τα άλογα ή τα μουλάρια δεν χρειάζονταν να είναι ζευγάρι. Το όργωμα γινόταν και με ένα μόνο ζώο. Το καλοκαίρι από τον Ιούνιο και μετά, άρχιζε η διαδικασία του θερίσματος. Πρώτα η βρώμη και το κριθάρι που ωρίμαζαν νωρίς και τελευταίο έμενε το σιτάρι. Εκεί όλοι όσοι συμμετείχαν στο θέρισμα έμπαιναν στη σειρά και έπαιρναν το όργο τους. Όταν δενόταν τα δεμάτια τα μετέφεραν σε ένα μέρος του χωραφιού και έκαναν τις δεματαριές, και στη συνέχεια έφτιαχναν τις θημωνιές. Οι θημωνιές είχαν σχήμα κυλινδρικό με έναν κώνο στην κορυφή. Αργότερα θα μεταφέρονταν με τα ζώα στο αλώνι για να ξεκινήσει η διαδικασία του αλωνίσματος, Το αλώνισμα ήταν η στιγμή της χαράς. Ο νοικοκύρης και η οικογένεια θα έπαιρναν τους καρπούς του κόπου όλης της χρονιάς. Μια διαδικασία που άρχισε από το όργωμα, το θέρισμα και τη μεταφορά θα τελείωνε. Στη μέση του αλωνιού έμπηγαν έναν στύλο. Από εκεί έδεναν τα βόδια ή τα άλογα για να περιφέρονται μέσα στο αλώνι. Έπειτα καθάριζαν το αλώνι και έστρωναν τα δεμάτια. Ζευγάρωναν τα βόδια ή τα άλογα τα έδεναν στον κεντρικό στύλο και όλα ήταν έτοιμα. Ένας νεαρός ή μια νεαρή κοπέλα, θα αναλάμβανε να οδηγεί τα ζώα γύρω από το αλώνι. Τα ζώα με το πάτημά τους έτριβαν το στάχυ και άρχισε η διαδικασία να ξεχωρίζει ο σπόρος. Στην πορεία το ξεχώρισμα του σταριού από τα στάχυα γινότανε με το δοκάνι. Όταν τελείωνε όλη η διαδικαδία, το ξεχώρισμα του σταριού από τα στάχυα, άρχιζε η διαδικασία του λιχνίσματος. Το λίχνισμα γινόταν με τα καρπολόγια ή φκούλι και με τα ξύλινα φτυάρια ξεχώριζαν το άχυρο από τον καρπό. Όταν πια καθάριζε το σιτάρι ή το κριθάρι από τα άχυρα χρησιμοποιούσαν το δερμόνι για να φύγουν τα υπόλοιπα άγανα. Άρχιζε το δερμόνιασμα και από εκεί καθαρός πλέον ο σπόρος έμπαινε σε τσουβάλια για να γίνει η μεταφορά του στις αποθήκες. Το άχυρο το αποθήκευαν στις αχυρώνες για να το χρησιμοποιήσουν το χειμώνα για τροφή των ζώων. Επίσης όταν ο γεωργός έσπερνε τριφύλλι το έκοβε με τις κοσιές και το γύριζε με τα δικέλια ή φκούλια. Τα εργαλεία που χρησιμοποιούσε ο γεωργός ήτανε το ξύλινο αλέτρι με το σιδερένιο υνί, αργότερα το σιδερένιο αλέτρι (γερμανός), τη σβάρνα, τα δρεπάνια ή τα λελέκια, τα καρπολόγια, τα ξύλινα φτυάρια, το δρυμόνι, τη δοκάνη.


ΣΙΔΕΡΕΝΙΟ ΑΛΕΤΡΙ (ΑΝΑΣΤΡΕΦΟΜΕΝΟ)

ΚΟΣΚΙΝΟ

ΚΑΡΑ ΤΟΥ ΘΕΣΣΑΛΙΚΟΥ ΚΑΜΠΟΥ (ΤΕΤΡΑΤΡΟΧΑ)

ΣΙΔΕΡΕΝΙΟ ΑΛΕΤΡΙ (ΓΕΡΜΑΝΟΣ) ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟΥΣ ΖΥΓΟΥΣ

ΣΙΔΕΡΕΝΙΕΣ ΣΒΑΡΝΕΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΖΥΓΟΥΣ

ΔΙΑΦΟΡΑ ΓΕΩΡΓΙΚΑ ΕΡΓΑΛΕΙΑ

ΛΟΥΡΙ ΓΙΑ ΤΟ ΞΥΛΙΝΟ ΑΛΕΤΡΙ (ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΩΣΗ ΤΟΥ ΜΕ ΤΟ ΖΥΓΟ)

ΑΔΟΚΑΝΙ Ή ΔΟΚΑΝΙ

ΔΡΕΠΑΝΙΑ ΚΑΙ ΛΙΛΕΚΙ

ΚΑΡΠΟΛΟΪΑ Ή ΦΚΟΥΛΙΑ

ΔΙΚΕΛΙ ΚΑΙ ΤΕΤΡΑΚΕΛΙ

ΑΜΠΑΡΙ ΓΙΑ ΤΟ ΣΙΤΑΡΙ

ΞΥΛΙΝΗ ΦΚΟΥΛΑ

ΣΙΔΕΡΕΝΙΑ ΦΚΟΥΛΑ

ΑΔΟΚΑΝΙ Ή ΔΟΚΑΝΙ

ΞΥΛΙΝΟ ΑΛΕΤΡΙ (ΜΙΚΡΟ) ΜΕ ΤΟ ΖΥΓΟ

ΞΥΛΙΝΟ ΑΛΕΤΡΙ (ΜΕΓΑΛΟ) 

ΓΑΝΤΖΟΣ 

ΚΑΡΟ ΤΕΤΡΑΤΡΟΧΟ

ΞΥΛΟΣΒΑΡΝΑ

ΔΡΥΜΟΝΙ Ή ΔΡΥΜΟΝΑ (ΜΕΓΑΛΟ ΚΟΣΚΙΝΟ)

*ΒΛΕΠΕΤΕ ΕΝΑ ΜΕΡΟΣ ΤΩΝ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΩΝ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΥΤΗ ΛΟΓΩ ΧΩΡΗΤΙΚΟΤΗΤΑΣ.

Γουδιά - Τσούμες ( Ορειχάλκινα, Ξύλινα, Πέτρινα ή Μαρμάρινα)

Γουδιά - Τσούμες (Ορειχάλκινα, Ξύλινα, Πέτρινα ή Μαρμάρινα)

Το γουδί με το γουδοχέρι συνήθως ήταν ορειχάλκινο αλλά έφτιαχναν και ξύλινα από σφενδάμι, κέδρο ή πουρνάρι ακόμη και από πλάτανο που ήταν πολύ σκληρά, μέσα σε αυτό έλιωναν το σκόρδο ή στούμπαγαν το σιτάρι, τα καρύδια, το πιπέρι κ.α. Εκτός από τα ορειχάλκινα και ξύλινα μικρά γουδιά υπήρχαν τα πέτρινα ή τα ξύλινα μεγάλα γουδιά οι λεγόμενες τσούμες τις οποίες τις χρησιμοποιούσαν για να στουμπάνε μεγάλες ποσότητες υλικών.


ΟΡΕΙΧΑΛΚΙΝΟ ΓΟΥΔΙ ΜΕ ΠΤΕΡΥΓΙΑ

ΟΡΕΙΧΑΛΚΙΝΟ ΓΟΥΔΙ

ΞΥΛΙΝΟ ΓΟΥΔΙ

ΞΥΛΙΝΟ ΓΟΥΔΙ (ΤΣΟΥΜΑ)

ΔΙΑΦΟΡΑ ΓΟΥΔΙΑ

ΜΑΡΜΑΡΙΝΟ ΓΟΥΔΙ (ΤΣΟΥΜΑ)

Καφεκόπτης (Μύλος) και Καβουρντιστήρι (Ψήστης καφέ)

Καφεκόπτης (Μύλος) και Καβουρντιστήρι (Ψήστης καφέ)

Τα παλιά χρόνια δεν πουλούσαν στα χωριά κομμένο καφέ. Τον πουλούσαν άκοφτο, ολόκληρα σπειριά , μέσα σε τσουβάλια. Οι καφετζήδες αγόραζαν από τον μπακάλη τον καφέ, τον καβούρντιζαν στο ατομικό τους καβουρντιστήρι ή (ψήστης του καφέ) και έπειτα τον παραλάμβανε η γυναίκα τους ή καφετζού για να τον κόψει στον μύλο του χεριού ή καφεκόπτης. Ήταν ένα ωραίο χαλκωματένιο σκεύος σαν τα σημερινά (θερμός) με λαβή εξωτερική που έμπαινε σε μια τρύπα στη μέση του σκεύους και γύριζε μέσα τα δόντια που έσπαζαν και έτριβαν τον καφέ. Επειδή ήταν δουλειά της υπομονής το κόψιμο του καφέ το έκαναν οι καφετζούδες όπως κάθονταν μπροστά στο καφενείο τους και χάζευαν τους περαστικούς. Η ίδια δουλειά γινόταν και στα σπίτια, αλλά σε πολύ λίγα, γιατί τότε δεν έπιναν στα σπίτια καφέ. Οι άντρες τον έπιναν τον καφέ τους στα καφενεία, ενώ οι γυναίκες δεν έπιναν καθόλου. Τέλος σε λιγοστά σπίτια στα χρόνια εκείνα έψηναν και έκοβαν κριθάρι ή ρεβίθι και τα ανακάτευαν με τον καφέ.


ΓΚΑΖΙΕΡΑ, ΚΑΜΙΝΕΤΑ ΚΑΙ ΔΙΑΦΟΡΑ ΜΠΡΙΚΙΑ 


ΔΙΑΦΟΡΟΙ ΚΑΦΕΚΟΠΤΕΣ
ΞΥΛΙΝΟΣ ΚΑΦΕΚΟΠΤΗΣ

ΚΑΜΙΝΕΤΟ Ή ΜΙΚΡΗ ΓΚΑΖΙΕΡΑ
ΔΙΑΦΟΡΟΙ ΨΗΣΤΕΣ ΚΑΦΕ (ΚΑΒΟΥΡΝΤΙΣΤΗΡΙΑ)
ΚΑΦΕΚΟΠΤΗΣ
ΓΚΑΖΙΕΡΑ
ΜΙΚΡΟΣ ΚΑΦΕΚΟΠΤΗΣ
ΚΑΜΙΝΕΤΟ Ή ΓΚΑΖΙΕΡΑ
ΔΙΑΦΟΡΑ ΜΠΡΙΚΙΑ
ΜΕΓΑΛΟΣ ΚΑΦΕΚΟΠΤΗΣ